κυβείᾳ

κυβείᾳ
игре

Ελληνικά-Ρωσικά λεξικό στα κείμενα της Καινής Διαθήκης (Греческо-русский словарь к текстам Нового Завета). 2014.

Смотреть что такое "κυβείᾳ" в других словарях:

  • κυβεία — κυβείᾱ , κυβεία dice playing fem nom/voc/acc dual κυβείᾱ , κυβεία dice playing fem nom/voc sg (attic doric aeolic) κυβείᾱ , κυβείας masc nom/voc/acc dual κυβείᾱ , κυβείας masc voc sg (attic) κυβείᾱ , κυβείας masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυβείᾳ — κυβείᾱͅ , κυβεία dice playing fem dat sg (attic doric aeolic) κυβείᾱͅ , κυβείας masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυβεία — Ιδιάζουσα μορφή κερδοσκοπίας. Εφαρμόζεται γενικά από χρηματιστές, τραπεζίτες κ.ά. και συνίσταται είτε στη διατάραξη της αγοράς αξιών και εμπορευμάτων μέσω της διάδοσης ψευδών, εξογκωμένων ή παραποιημένων ειδήσεων είτε μέσω άλλων, εξίσου… …   Dictionary of Greek

  • κυβεῖα — κυβείας masc voc sg κυβείας masc nom sg (epic) κυβεῖον gaming house neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυβείας — κυβείᾱς , κυβεία dice playing fem acc pl κυβείᾱς , κυβεία dice playing fem gen sg (attic doric aeolic) κυβείᾱς , κυβείας masc acc pl κυβείᾱς , κυβείας masc nom sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυβείαι — κυβείᾱͅ , κυβεία dice playing fem dat sg (attic doric aeolic) κυβείᾱͅ , κυβείας masc dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυβείαν — κυβείᾱν , κυβεία dice playing fem acc sg (attic doric aeolic) κυβείᾱν , κυβείας masc acc sg (attic epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυβείαις — κυβεία dice playing fem dat pl κυβείας masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Игры — I. Общественные А) у греков (см. Агоны). В) У римлян (Ludi). Подобно греческим огонам, И. у римлян находились в тесном отношении к культу; несмотря на общий упадок религиозности в эпоху расцвета римского государства, их число все увеличивалось, а …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • PALAMEDIS — in Epigramm. veteri de Tabula, Hoc opus inventor nimium Palamedis amavit, Et parili excellens Mucius ingeniô: pro Palamedes, Graece Παλαμήδης. Sic Artabassis, pro Artabasses, apud Vobisc. in Probo, c. 4. Graece Α᾿ρταβάςςης: Lyristis, apud… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • ИГРЫ —    • Ludi.     I. Общественные.          a) У греков (α̉γώνες), см. Olympia, Олимпия; Pythia, Пифия; Nemea, Немея; Isthmia, Истмии.          b) У римлян (ludi). Публичные сценические и праздничные И., по своей главной цели благодарственные… …   Реальный словарь классических древностей


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»